Alpes Literários

Alpes Literários

Subtítulo

UM PASSEIO PELOS ALPES LITERÁRIOS

quarta-feira, 2 de março de 2022

Giórgios Seféris - A Luz

A “luz” do título do poema emerge como metáfora para o propósito maior do ser humano em impor a força do amor ao mundo, o lume distintivo das virtudes, pelo que se há de ver “o sol com outros olhos” para modificar a consciência sobre a vida errática que se leva, tantas vezes “condenada” pelos juízes – quer internos quer externos.

 

O poeta, de origem grega, lança mão, em grande parte dos versos, de latejante imagética colhida ao vasto patrimônio cultural da civilização helênica, as personagens de “Antígona” de Sófocles (~497 a.C. – ~406 a.C.) a fulgurar, pois que em seu enredo ainda ressoam as trevas de uma estrutura sancionadora que se compraz em faltar com a justiça, amordaçada pela tirania.

 

A mensagem que se pode depreender do poema é a de resistência ao império da malignidade, presente tanto no íntimo dos homens – detentores de corações devastados por escorpiões, incitadores de jugos contra si mesmos –, quanto nos detentores do poder, hábeis procustos a perverter os ideais pelos quais a voz lírica tanto conclama, reduzindo-os a mais plana das convencionalidades, ou melhor, ao conformismo que estorva qualquer arranque das trevas à luz.

 

J.A.R. – H.C.

 

Giórgios Seféris

(1900-1971)

 

Το Φωσ

 

Καθώς περνούν τα χρόνια

πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν

καθώς περνούν τα χρόνια και κουβεντιάζεις με λιγότερες φωνές,

βλέπεις τον ήλιο μ άλλα μάτια

ξέρεις πως εκείνοι που έμειναν, σε γελούσαν,

το παραμίλημα της σάρκας, ο όμορφος χορός

που τελειώνει στη γύμνια.

Όπως, τη νύχτα στρίβοντας στην έρμη δημοσιά,

άξαφνα βλέπεις να γυαλίζουν τα μάτια ενός ζώου

που έφυγαν κιόλας, έτσι νιώθεις τα μάτια σου

τον ήλιο τον κοιτάς, έπειτα χάνεσαι μες στο σκοτάδι

ο δωρικός χιτώνας

που αγγίξανε τα δάχτυλά σου και λύγισε σαν τα βουνά,

είναι ένα μάρμαρο στο φως, μα το κεφάλι του είναι στο σκοτάδι.

Κι αυτούς που αφήσαν την παλαίστρα για να πάρουν τα δοξάρια

και χτύπησαν το θεληματικό μαραθωνοδρόμο

κι εκείνος είδε τη σφενδόνη ν αρμενίζει στο αίμα

ν αδειάζει ο κόσμος όπως το φεγγάρι

και να μαραίνουνται τα νικηφόρα περιβόλια

τους βλέπεις μες στον ήλιο, πίσω από τον ήλιο.

Και τα παιδιά που κάναν μακροβούτια απ’ τα μπαστούνια

πηγαίνουν σαν αδράχτια γνέθοντας ακόμη,

σώματα γυμνά βουλιάζοντας μέσα στο μαύρο φως

μ ένα νόμισμα στα δόντια, κολυμπώντας ακόμη,

καθώς ο ήλιος ράβει με βελονιές μαλαματένιες

πανιά και ξύλα υγρά και χρώματα πελαγίσια

ακόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξά

προς τα χαλίκια του βυθού

οι άσπρες λήκυθοι.

 

Αγγελικό και μαύρο, φως,

γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου,

δακρυσμένο γέλιο,

σε βλέπει ο γέροντας ικέτης

πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες

καθρεφτισμένο στο αίμα του

που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη.

Αγγελική και μαύρη, μέρα

η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακισμένο

βγαίνει απ’ το κύμα δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες.

Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε

δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη

στόλισε τα μαλλιά σου με τ αγκάθια του ήλιου,

σκοτεινή κοπέλα

η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε,

ο τύραννος μέσα απ’ τον άνθρωπο έχει φύγει,

κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες

τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης

όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ αγαπήσει,

στο φως

και είσαι

σ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά

τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού

να κοιτάξεις πρώτα,

γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και

το τιτίβισμα των πουλιών

θ αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά

και νότο

θ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας

πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.

 

A vocação de São Mateus

(Caravaggio: pintor italiano)

 

A Luz

 

Conforme os anos passam,

multiplicam-se os juízes que te julgam:

conforme os anos passam, com menos vozes dialogas.

Vês o sol com outros olhos,

sabes que os que ficaram riem-se de ti,

do delírio da carne, a bela dança

terminada em nudez.

Ao caminhar, de noite, pela estrada deserta,

de repente vês o brilho dos olhos de um bicho

que pronto somem: é assim que sentes os teus olhos.

Fitas o sol, depois te perdes na treva;

a túnica dórica

que teus dedos tocaram e se dobrou como as montanhas

é uma estátua de mármore ao sol, mas com a cabeça

nas trevas.

E os que deixaram a arena para, de arco em punho,

alvejar o corredor da maratona:

ele viu a pista velejar no sangue,

esvaziar-se o mundo como a lua

e os jardins da vitória se desvanecerem;

tu os avistas no sol, atrás do sol.

E os meninos que praticavam saltos

vão-se como fusos, afiar ainda,

corpos nus mergulhados na luz negra,

um óbolo entre os dentes, todavia a nadar,

enquanto o sol costura com agulhas de ouro

velas, lenhos úmidos, cores do mar alto;

ainda agora descem, de través,

rumo aos calhaus do fundo,

os alvos frascos.

 

Angelical e negra, luz

riso das ondas pelas estradas reais do mar

lacrimoso riso,

olha-te o velho suplicante

dispondo-se a franquear as invisíveis lápides

espelhadas no seu sangue,

de onde nasceram Etéocles e Polínice.

Angelical e negro, dia:

o gosto salobro da mulher que envenena o prisioneiro

sai da onda, fresco ramo enfeitado de gotas.

Canta, pequena Antígona, canta, canta...

eu não te falo do passado, falo-te de amor;

adorna os teus cabelos com espinhos do sol,

tenebrosa donzela;

o coração do Escórpio é que domina,

o tirano fugiu do íntimo do homem

e todas as ilhas do mar, Nereidas, Greias,

acorrem ao resplendor da anadiomena;

quem jamais amou em sua vida, haveria de amar na luz:

e estás

numa grande casa, de muitas janelas abertas,

a correr de quarto em quarto, sem saber olhar primeiro,

porque hão de partir os pinheiros e os montes espelhados e o

pipilar dos pássaros

o mar se esvaziará, vidro estilhaçado, ao vento norte e

ao vento sul,

teus olhos ficarão vazios da luz do dia

quando de súbito as cigarras todas parem de cantar.

 

(Folhetim, 19.06.83)

 

Referências:

 

Em Grego

 

ΣΕΦΈΡΗΣ, Γιώργος. Το φωσ. Disponível neste endereço. Acesso em: 22 fev. 2022.

 

Em Português

 

SEFÉRIS, Giórgios. A luz. Tradução de José Paulo Paes. In: SUZUKI JR., Matinas; ASCHER, Nelson (Organizadores). Folhetim: poemas traduzidos. São Paulo, SP: Folha de São Paulo, 1987. p. 129-130.

Nenhum comentário:

Postar um comentário